Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move away
[phrase form: move]
01
μετακομίζω, απομακρύνομαι
to go to live in another area
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move away
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves away
ενεστώτα μετοχή
moving away
απλός αόριστος
moved away
παθητική μετοχή
moved away
Παραδείγματα
Ever since they moved away, our weekend gatherings have become less frequent.
Από τότε που μετακόμισαν, οι συναντήσεις μας τα σαββατοκύριακα έχουν γίνει λιγότερο συχνές.



























