Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to move away
01
μετακομίζω, απομακρύνομαι
to go to live in another area
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
move
ενεστώτας
move away
γ΄ ενικό πρόσωπο
moves away
ενεστώτα μετοχή
moving away
απλός αόριστος
moved away
παθητική μετοχή
moved away
Παραδείγματα
Last summer, they made the decision to move away, seeking a more serene environment.
Το περασμένο καλοκαίρι, πήραν την απόφαση να μετακομίσουν, αναζητώντας ένα πιο γαλήνιο περιβάλλον.



























