to major in
ma
ˈmeɪ
mei
jor
ʤər
jēr
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "major in"στα αγγλικά

to major in
01

ειδικεύομαι σε, σπουδάζω ως κύριο αντικείμενο

to study a particular subject as one's main field of study at a college or university 
to major in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
major
ενεστώτας
major in
γ΄ ενικό πρόσωπο
majors in
ενεστώτα μετοχή
majoring in
απλός αόριστος
majored in
παθητική μετοχή
majored in
Παραδείγματα
She decided to major in Psychology to pursue her interest in human behavior. 

Αποφάσισε να εξειδικευτεί στην ψυχολογία για να ακολουθήσει το ενδιαφέρον της για την ανθρώπινη συμπεριφορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store