Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to major in
[phrase form: major]
01
ειδικεύομαι σε, σπουδάζω ως κύριο αντικείμενο
to study a particular subject as one's main field of study at a college or university
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
major
ενεστώτας
major in
γ΄ ενικό πρόσωπο
majors in
ενεστώτα μετοχή
majoring in
απλός αόριστος
majored in
παθητική μετοχή
majored in
Παραδείγματα
I majored in English at Stanford University.
Ειδικεύτηκα στα Αγγλικά στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.



























