Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to harp on
[phrase form: harp]
01
επιμένω, γκρινιάζω
to repeatedly talk or complain about something, often in an annoying or boring manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
harp
ενεστώτας
harp on
γ΄ ενικό πρόσωπο
harps on
ενεστώτα μετοχή
harping on
απλός αόριστος
harped on
παθητική μετοχή
harped on
Παραδείγματα
He harps on the same stories from his travels, and it's become quite annoying.
Εκείνος επιμένει στις ίδιες ιστορίες από τα ταξίδια του, και έχει γίνει αρκετά ενοχλητικό.



























