Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gear toward
01
προσανατολίζω προς, προσαρμόζω για
to customize or prepare something to be suitable for a specific purpose, situation, or audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
towards
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears toward
ενεστώτα μετοχή
gearing toward
απλός αόριστος
geared toward
παθητική μετοχή
geared toward
Παραδείγματα
The company's advertising campaign is geared towards young professionals looking for innovative technology solutions.
Η διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας απευθύνεται σε νέους επαγγελματίες που αναζητούν καινοτόμες τεχνολογικές λύσεις.



























