Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gear toward
[phrase form: gear]
01
προσανατολίζω προς, προσαρμόζω για
to customize or prepare something to be suitable for a specific purpose, situation, or audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
towards
βασικό ρήμα
gear
ενεστώτας
gear toward
γ΄ ενικό πρόσωπο
gears toward
ενεστώτα μετοχή
gearing toward
απλός αόριστος
geared toward
παθητική μετοχή
geared toward
Παραδείγματα
The software update is geared towards enhancing user experience and streamlining productivity.
Η ενημέρωση του λογισμικού στοχεύει στη βελτίωση της εμπειρίας του χρήστη και στην απλοποίηση της παραγωγικότητας.



























