to found on
Pronunciation
/fˈaʊnd ˈɑːn/
found upon

Ορισμός και σημασία του "found on"στα αγγλικά

to found on
[phrase form: found]
01

βασισμένο σε, ιδρυμένο σε

to be established or rooted in a specific idea, belief, or principle
to found on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
found
ενεστώτας
found on
γ΄ ενικό πρόσωπο
founds on
ενεστώτα μετοχή
founding on
απλός αόριστος
founded on
παθητική μετοχή
founded on
Παραδείγματα
The company was accused of founding its marketing campaign upon false claims.
Η εταιρεία κατηγορήθηκε ότι βασίστηκε σε ψευδείς ισχυρισμούς για την καμπάνια μάρκετινγκ της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store