to found on
found
faʊnd
fawnd
on
ɒn
on
found upon

Ορισμός και σημασία του "found on"στα αγγλικά

to found on
01

βασισμένο σε, ιδρυμένο σε

to be established or rooted in a specific idea, belief, or principle 
to found on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
found
ενεστώτας
found on
γ΄ ενικό πρόσωπο
founds on
ενεστώτα μετοχή
founding on
απλός αόριστος
founded on
παθητική μετοχή
founded on
Παραδείγματα
The organization was accused of founding its policies on outdated principles. 

Ο οργανισμός κατηγορήθηκε ότι βασίζει τις πολιτικές του σε ξεπερασμένες αρχές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store