Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly around
01
περιστρέφομαι, κυλιόμαστε
to act in a disorganized or chaotic manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly around
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies around
ενεστώτα μετοχή
flying around
απλός αόριστος
flew around
παθητική μετοχή
flown around
Παραδείγματα
With all the last-minute preparations for the event, her thoughts were flying around, making her anxious.
Με όλες τις προετοιμασίες της τελευταίας στιγμής για την εκδήλωση, οι σκέψεις της πετούσαν παντού, κάνοντάς την ανήσυχη.
02
διαδίδομαι, κυκλοφορώ γρήγορα
(of ideas, rumors, etc.) to spread widely and quickly
Παραδείγματα
News of the celebrity's engagement flew around social media within minutes.
Τα νέα για τον αρραβώνα της διασημότητας πετάχτηκαν στα social media μέσα σε λίγα λεπτά.



























