Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drill down
[phrase form: drill]
01
εμβαθύνω, αναλύω λεπτομερώς
to investigate or analyze something in detail
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
drill
ενεστώτας
drill down
γ΄ ενικό πρόσωπο
drills down
ενεστώτα μετοχή
drilling down
απλός αόριστος
drilled down
παθητική μετοχή
drilled down
Παραδείγματα
If you drill down, you ’ll see that the issue lies in the supply chain.
Αν εξετάσετε σε βάθος, θα δείτε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην εφοδιαστική αλυσίδα.



























