Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag out of
[phrase form: drag]
01
εξαναγκάζω να ομολογήσει, αποσπώ
to forcefully or persistently extract information or a response from someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags out of
ενεστώτα μετοχή
dragging out of
απλός αόριστος
dragged out of
παθητική μετοχή
dragged out of
Παραδείγματα
It took hours of interrogation to finally drag a confession out of the suspect.
Χρειάστηκαν ώρες ανάκρισης για να αποσπάσει τελικά μια ομολογία από τον ύποπτο.



























