Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to drag out of
01
εξαναγκάζω να ομολογήσει, αποσπώ
to forcefully or persistently extract information or a response from someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out of
βασικό ρήμα
drag
ενεστώτας
drag out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
drags out of
ενεστώτα μετοχή
dragging out of
απλός αόριστος
dragged out of
παθητική μετοχή
dragged out of
Παραδείγματα
The detective managed to drag the truth out of the reluctant witness during intense questioning.
Ο ντετέκτιβ κατάφερε να αποσπάσει την αλήθεια από τον απρόθυμο μάρτυρα κατά τη διάρκεια της έντονης ανάκρισης.



























