Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to detract from
[phrase form: detract]
01
μειώνω, υποβαθμίζω
to manage to make something seem less good than it really is or than it originally was or thought to be
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
from
βασικό ρήμα
detract
ενεστώτας
detract from
γ΄ ενικό πρόσωπο
detracts from
ενεστώτα μετοχή
detracting from
απλός αόριστος
detracted from
παθητική μετοχή
detracted from
Παραδείγματα
A lack of thorough editing may detract from the professionalism of an otherwise well-written document.
Η έλλειψη διεξοδικής επεξεργασίας μπορεί να μειώσει την επαγγελματικότητα ενός άλλως καλογραμμένου εγγράφου.



























