to chatter away
cha
ˈʧæ
chā
tter
tər
tēr
a
ə
ē
way
weɪ
vei

Ορισμός και σημασία του "chatter away"στα αγγλικά

to chatter away
01

κουβεντιάζω ασταμάτητα, φλυαρώ αδιάκοπα

to talk without a pause 
to chatter away definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
chatter
ενεστώτας
chatter away
γ΄ ενικό πρόσωπο
chatters away
ενεστώτα μετοχή
chattering away
απλός αόριστος
chattered away
παθητική μετοχή
chattered away
Παραδείγματα
She chattered the whole story away without taking a breath. 

Κουβέντιασε όλη την ιστορία χωρίς να πάρει ανάσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store