Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chatter away
[phrase form: chatter]
01
κουβεντιάζω ασταμάτητα, φλυαρώ αδιάκοπα
to talk without a pause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
chatter
ενεστώτας
chatter away
γ΄ ενικό πρόσωπο
chatters away
ενεστώτα μετοχή
chattering away
απλός αόριστος
chattered away
παθητική μετοχή
chattered away
Παραδείγματα
Even during the long journey, he chattered away, making the time pass quickly.
Ακόμα και κατά τη διάρκεια του μακρινού ταξιδιού, μιλούσε ασταμάτητα, κάνοντας τον χρόνο να περάσει γρήγορα.



























