to cater to
ca
ˈkeɪ
kei
ter
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "cater to"στα αγγλικά

to cater to
01

εξυπηρετώ, προσαρμόζομαι στις προτιμήσεις

to offer something that people desire or require 
Transitive: to cater to a need or preference
to cater to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
cater
ενεστώτας
cater to
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters to
ενεστώτα μετοχή
catering to
απλός αόριστος
catered to
παθητική μετοχή
catered to
Παραδείγματα
The store is known for catering to the preferences of local shoppers. 

Το κατάστημα είναι γνωστό για το ότι ικανοποιεί τις προτιμήσεις των τοπικών πελατών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store