Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cater to
01
εξυπηρετώ, προσαρμόζομαι στις προτιμήσεις
to offer something that people desire or require
Transitive: to cater to a need or preference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
cater
ενεστώτας
cater to
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters to
ενεστώτα μετοχή
catering to
απλός αόριστος
catered to
παθητική μετοχή
catered to
Παραδείγματα
The store is known for catering to the preferences of local shoppers.
Το κατάστημα είναι γνωστό για το ότι ικανοποιεί τις προτιμήσεις των τοπικών πελατών.



























