Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cater to
[phrase form: cater]
01
εξυπηρετώ, προσαρμόζομαι στις προτιμήσεις
to offer something that people desire or require
Transitive: to cater to a need or preference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
cater
ενεστώτας
cater to
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters to
ενεστώτα μετοχή
catering to
απλός αόριστος
catered to
παθητική μετοχή
catered to
Παραδείγματα
The museum strives to cater to a diverse range of interests.
Το μουσείο προσπαθεί να ικανοποιεί ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων.



























