to cater to
Pronunciation
/kˈeɪɾɚ tuː/

Ορισμός και σημασία του "cater to"στα αγγλικά

to cater to
[phrase form: cater]
01

εξυπηρετώ, προσαρμόζομαι στις προτιμήσεις

to offer something that people desire or require
Transitive: to cater to a need or preference
to cater to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
cater
ενεστώτας
cater to
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters to
ενεστώτα μετοχή
catering to
απλός αόριστος
catered to
παθητική μετοχή
catered to
Παραδείγματα
The museum strives to cater to a diverse range of interests.
Το μουσείο προσπαθεί να ικανοποιεί ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store