Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cater for
[phrase form: cater]
01
ικανοποιεί τις ανάγκες, παρέχει ό
to provide everything people need or want in a specific situation
Παραδείγματα
The hotel's amenities cater for both business and leisure travelers.
Οι εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου ικανοποιούν τόσο τους επαγγελματίες όσο και τους τουρίστες.



























