Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bury in
[phrase form: bury]
01
βυθίζομαι σε, θάβω τον εαυτό μου σε
to put all one's attention into one thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
bury
ενεστώτας
bury in
γ΄ ενικό πρόσωπο
buries in
ενεστώτα μετοχή
burying in
απλός αόριστος
buried in
παθητική μετοχή
buried in
Παραδείγματα
The group buried themselves in discussions to come up with creative solutions.
Η ομάδα βυθίστηκε σε συζητήσεις για να βρει δημιουργικές λύσεις.



























