Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to block in
01
μπλοκάρω, παγιδεύω
to block the path of another vehicle by parking too closely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
block
ενεστώτας
block in
γ΄ ενικό πρόσωπο
blocks in
ενεστώτα μετοχή
blocking in
απλός αόριστος
blocked in
παθητική μετοχή
blocked in
Παραδείγματα
Cars were frequently blocked in due to the limited parking space.
Τα αυτοκίνητα συχνά αποκλείονταν λόγω του περιορισμένου χώρου στάθμευσης.



























