to block in
Pronunciation
/blˈɑːk ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "block in"στα αγγλικά

to block in
01

μπλοκάρω, παγιδεύω

to block the path of another vehicle by parking too closely
to block in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
block
ενεστώτας
block in
γ΄ ενικό πρόσωπο
blocks in
ενεστώτα μετοχή
blocking in
απλός αόριστος
blocked in
παθητική μετοχή
blocked in
Παραδείγματα
Carelessly, she blocked the neighbor's van in with her parking.
Απρόσεκτα, απέκλεισε το βαν του γείτονα με το πάρκινγκ της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store