Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to attribute to
[phrase form: attribute]
01
αποδίδω σε, προσάπτω σε
to assign the cause or ownership of something to a specific person, thing, or factor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
attribute
ενεστώτας
attribute to
γ΄ ενικό πρόσωπο
attributes to
ενεστώτα μετοχή
attributing to
απλός αόριστος
attributed to
παθητική μετοχή
attributed to
Παραδείγματα
They attributed the improvement in sales to the new marketing strategy.
Απέδωσαν τη βελτίωση των πωλήσεων στη νέα στρατηγική μάρκετινγκ.



























