to ascribe to
asc
ask
ask
ribe
ˈraɪb
raib
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "ascribe to"στα αγγλικά

to ascribe to
01

αποδίδω σε, αναφέρω ως αιτία

to think or state that something is the result of a particular cause 
to ascribe to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
ascribe
ενεστώτας
ascribe to
γ΄ ενικό πρόσωπο
ascribes to
ενεστώτα μετοχή
ascribing to
απλός αόριστος
ascribed to
παθητική μετοχή
ascribed to
Παραδείγματα
Some cultures ascribe certain personality traits to the positions of celestial bodies at the time of birth. 

Μερικοί πολιτισμοί αποδίδουν ορισμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας στις θέσεις των ουράνιων σωμάτων κατά τη γέννηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store