to ascribe to
Pronunciation
/ɐskɹˈaɪb tuː/

Ορισμός και σημασία του "ascribe to"στα αγγλικά

to ascribe to
[phrase form: ascribe]
01

αποδίδω σε, αναφέρω ως αιτία

to think or state that something is the result of a particular cause
to ascribe to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
ascribe
ενεστώτας
ascribe to
γ΄ ενικό πρόσωπο
ascribes to
ενεστώτα μετοχή
ascribing to
απλός αόριστος
ascribed to
παθητική μετοχή
ascribed to
Παραδείγματα
Critics frequently ascribe the film's success to its compelling storyline.
Οι κριτικοί συχνά αποδίδουν την επιτυχία της ταινίας στην συναρπαστική πλοκή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store