Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ascribe to
[phrase form: ascribe]
01
αποδίδω σε, αναφέρω ως αιτία
to think or state that something is the result of a particular cause
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
to
βασικό ρήμα
ascribe
ενεστώτας
ascribe to
γ΄ ενικό πρόσωπο
ascribes to
ενεστώτα μετοχή
ascribing to
απλός αόριστος
ascribed to
παθητική μετοχή
ascribed to
Παραδείγματα
Critics frequently ascribe the film's success to its compelling storyline.
Οι κριτικοί συχνά αποδίδουν την επιτυχία της ταινίας στην συναρπαστική πλοκή της.



























