to accede to
a
ə
ē
ccede
ˈksi:d
ksid
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "accede to"στα αγγλικά

to accede to
01

συμφωνώ με, επιδοκιμάζω

to agree to a request, proposal, or demand 
to accede to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
accede
ενεστώτας
accede to
γ΄ ενικό πρόσωπο
accedes to
ενεστώτα μετοχή
acceding to
απλός αόριστος
acceded to
παθητική μετοχή
acceded to
Παραδείγματα
The board of directors finally acceded to the employees' request for better working conditions. 

Το διοικητικό συμβούλιο τελικά συμφώνησε με το αίτημα των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store