to accede to
Pronunciation
/ɐksˈiːd tuː/

Ορισμός και σημασία του "accede to"στα αγγλικά

to accede to
[phrase form: accede]
01

συμφωνώ με, επιδοκιμάζω

to agree to a request, proposal, or demand
to accede to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
accede
ενεστώτας
accede to
γ΄ ενικό πρόσωπο
accedes to
ενεστώτα μετοχή
acceding to
απλός αόριστος
acceded to
παθητική μετοχή
acceded to
Παραδείγματα
Despite initial hesitations, the principal eventually acceded to the students' plea for additional extracurricular activities.
Παρά τις αρχικές δισταγμούς, ο διευθυντής τελικά συμφώνησε με το αίτημα των μαθητών για πρόσθετες εξωσχολικές δραστηριότητες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store