Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accede to
01
συμφωνώ με, επιδοκιμάζω
to agree to a request, proposal, or demand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
accede
ενεστώτας
accede to
γ΄ ενικό πρόσωπο
accedes to
ενεστώτα μετοχή
acceding to
απλός αόριστος
acceded to
παθητική μετοχή
acceded to
Παραδείγματα
The board of directors finally acceded to the employees' request for better working conditions.
Το διοικητικό συμβούλιο τελικά συμφώνησε με το αίτημα των εργαζομένων για καλύτερες συνθήκες εργασίας.



























