to work upon
work
wɜ:k
vēk
u
ə
ē
pon
ˈpɒn
pon

Ορισμός και σημασία του "work upon"στα αγγλικά

to work upon
01

δουλεύω πάνω σε, αφιερώνω χρόνο και προσπάθεια σε

to dedicate time and effort to produce or fix something 
to work upon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
works upon
ενεστώτα μετοχή
working upon
απλός αόριστος
worked upon
παθητική μετοχή
worked upon
Παραδείγματα
The mechanic worked upon fixing the car on the repair stand. 

Ο μηχανικός δούλευε πάνω στην επισκευή του αυτοκινήτου στο στάνδο επισκευής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store