Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to work upon
[phrase form: work]
01
δουλεύω πάνω σε, αφιερώνω χρόνο και προσπάθεια σε
to dedicate time and effort to produce or fix something
Παραδείγματα
The potter worked upon shaping the vase on the wheel.
Ο κεραμοποιός δούλευε πάνω στο σχηματισμό του βάζου στον τροχό.



























