to work upon
Pronunciation
/wˈɜːk əpˌɑːn/

Ορισμός και σημασία του "work upon"στα αγγλικά

to work upon
[phrase form: work]
01

δουλεύω πάνω σε, αφιερώνω χρόνο και προσπάθεια σε

to dedicate time and effort to produce or fix something
to work upon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
work
ενεστώτας
work upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
works upon
ενεστώτα μετοχή
working upon
απλός αόριστος
worked upon
παθητική μετοχή
worked upon
Παραδείγματα
The potter worked upon shaping the vase on the wheel.
Ο κεραμοποιός δούλευε πάνω στο σχηματισμό του βάζου στον τροχό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store