Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Work-clothing
01
εργατική ενδυμασία, ρούχα εργασίας
clothing worn for doing manual labor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
work-clothings
LanGeek



























