Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand up to
01
αντιστέκομαι, αντιμετωπίζω με θάρρος
to courageously confront and resist someone or something, refusing to be controlled
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands up to
ενεστώτα μετοχή
standing up to
απλός αόριστος
stood up to
παθητική μετοχή
stood up to
Παραδείγματα
He stood up to the oppressive regime, speaking out against their injustices.
Αντιστάθηκε στον καταπιεστικό καθεστώς, μιλώντας ενάντια στις αδικίες τους.
02
αντέχω, αντιστέκομαι
to endure harsh conditions without being significantly damaged
Παραδείγματα
This fabric will stand up to repeated washings.
Αυτό το ύφασμα θα αντέξει σε επαναλαμβανόμενες πλύσεις.



























