Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slip out
01
ξεγλιστρώ, ξεφεύγω
to unintentionally reveal a piece of information while engaged in conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
slip
ενεστώτας
slip out
γ΄ ενικό πρόσωπο
slips out
ενεστώτα μετοχή
slipping out
απλός αόριστος
slipped out
παθητική μετοχή
slipped out
Παραδείγματα
During the interview, the secret unexpectedly slipped out, revealing details about the upcoming project.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, το μυστικό ξεφύγει απροσδόκητα, αποκαλύπτοντας λεπτομέρειες για το επερχόμενο έργο.
02
ξεγλιστράω, φεύγω σιγά
to quietly leave a location without drawing attention to oneself
Παραδείγματα
He quietly slipped out of the room when the conversation became heated.
Έφυγε σιγά γλιστρώντας από το δωμάτιο όταν η συζήτηση έγινε θυελλώδης.



























