Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack away
01
συσκευάζω, αποθηκεύω
to put something in a container or storage after using it, especially to keep it safe or for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack away
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs away
ενεστώτα μετοχή
packing away
απλός αόριστος
packed away
παθητική μετοχή
packed away
Παραδείγματα
After a week in the woods, we began to pack away our tents and camping equipment.
Μετά από μια εβδομάδα στο δάσος, αρχίσαμε να συσκευάζουμε τις σκηνές και τον εξοπλισμό κατασκήνωσης.
02
καταβροχθίζω, τρώω μεγάλες ποσότητες
to consume a large quantity of food
Παραδείγματα
I can't believe how much pizza he can pack away.
Δεν μπορώ να πιστέψω πόση πίτσα μπορεί να καταβροχθίσει.



























