Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack away
[phrase form: pack]
01
συσκευάζω, αποθηκεύω
to put something in a container or storage after using it, especially to keep it safe or for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack away
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs away
ενεστώτα μετοχή
packing away
απλός αόριστος
packed away
παθητική μετοχή
packed away
Παραδείγματα
The museum packed away the artifacts for safekeeping.
Το μουσείο συσκεύασε τα αντικείμενα για ασφαλή φύλαξη.
02
καταβροχθίζω, τρώω μεγάλες ποσότητες
to consume a large quantity of food
Παραδείγματα
They packed all the snacks away during the movie marathon.
Κατανάλωσαν όλα τα σνακ κατά τη διάρκεια του μαραθώνιου ταινιών.



























