Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to miss out
01
χάνω, χάνω την ευκαιρία
to lose the opportunity to do or participate in something useful or fun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
miss
ενεστώτας
miss out
γ΄ ενικό πρόσωπο
misses out
ενεστώτα μετοχή
missing out
απλός αόριστος
missed out
παθητική μετοχή
missed out
Παραδείγματα
If you leave now, you'll miss out on the exciting part of the movie.
Αν φύγεις τώρα, θα χάσεις το συναρπαστικό μέρος της ταινίας.
02
παραλείπω, αφήνω έξω
to not include someone or something in a specific context or activity
Dialect
British
Παραδείγματα
In proofreading the document, be thorough to avoid missing out any crucial information.
Στην επιμέλεια του εγγράφου, να είστε προσεκτικοί για να μην παραλείψετε καμία κρίσιμη πληροφορία.



























