Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laze around
[phrase form: laze]
01
τεμπελιάζω, χαλαρώνω
to relax and do nothing or very little
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
laze
ενεστώτας
laze around
γ΄ ενικό πρόσωπο
lazes around
ενεστώτα μετοχή
lazing around
απλός αόριστος
lazed around
παθητική μετοχή
lazed around
Παραδείγματα
I 'm retired, so I spend my days lazing around and doing whatever I want.
Είμαι συνταξιούχος, οπότε περνάω τις μέρες μου τεμπελιάζοντας και κάνω ό,τι θέλω.



























