to jump at
jump
ʤʌmp
jamp
at
at
at

Ορισμός και σημασία του "jump at"στα αγγλικά

to jump at
01

πετάγομαι, δέχομαι με ενθουσιασμό

to eagerly accept an opportunity or offer when it arises 
to jump at definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump at
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps at
ενεστώτα μετοχή
jumping at
απλός αόριστος
jumped at
παθητική μετοχή
jumped at
Παραδείγματα
She would jump at the opportunity to travel around the world. 

Θα αρπάξει την ευκαιρία να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο.

02

πετάγομαι πάνω, κριτικάρω απότομα

to criticize someone suddenly and harshly 
to jump at definition and meaning
Παραδείγματα
My boss jumped at me for being late to work. 

Το αφεντικό μου πετάχτηκε πάνω μου επειδή άργησα στη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store