Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jump at
[phrase form: jump]
01
πετάγομαι, δέχομαι με ενθουσιασμό
to eagerly accept an opportunity or offer when it arises
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
jump
ενεστώτας
jump at
γ΄ ενικό πρόσωπο
jumps at
ενεστώτα μετοχή
jumping at
απλός αόριστος
jumped at
παθητική μετοχή
jumped at
Παραδείγματα
When they suggested a weekend getaway, we both jumped at the idea.
Όταν πρότειναν μια αποδράση για το σαββατοκύριακο, και οι δύο αποδεχτήκαμε με ενθουσιασμό την ιδέα.
02
πετάγομαι πάνω, κριτικάρω απότομα
to criticize someone suddenly and harshly
Παραδείγματα
The customer jumped at the waiter for bringing the wrong food.
Ο πελάτης επιτέθηκε στον σερβιτόρο γιατί έφερε λάθος φαγητό.



























