to invite in
in
ɪn
in
vite
ˈvaɪt
vait
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "invite in"στα αγγλικά

to invite in
01

προσκαλώ μέσα, αφήνω να μπει

to ask someone to come inside and join one at a particular place, typically one's home 
to invite in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
invite
ενεστώτας
invite in
γ΄ ενικό πρόσωπο
invites in
ενεστώτα μετοχή
inviting in
απλός αόριστος
invited in
παθητική μετοχή
invited in
Παραδείγματα
It was a cold evening, so she invited the delivery person in to warm up before heading back out. 

Ήταν μια κρύα βραδιά, γι' αυτό προσκάλεσε μέσα τον διανομέα να ζεσταθεί πριν βγει ξανά έξω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store