to have around
have
hæv
hāv
a
ə
ē
round
ˈraʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "have around"στα αγγλικά

to have around
01

φιλοξενώ, έχω επισκέπτες

to have guests or people at one's home for a visit 
to have around definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have around
γ΄ ενικό πρόσωπο
has around
ενεστώτα μετοχή
having around
απλός αόριστος
had around
παθητική μετοχή
had around
Παραδείγματα
She enjoys having her friends around during the holidays. 

Απολαμβάνει να έχει γύρω της τους φίλους της κατά τις διακοπές.

02

έχω σε εύκολη πρόσβαση, κρατάω κοντά

to keep something readily accessible or nearby 
Παραδείγματα
I always have snacks around for when I get hungry. 

Πάντα έχω μαζί μου σνακ για όταν πεινάω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store