Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get round
01
παρακάμπτω, βρίσκω λύση για
to find a way to deal with or overcome a problem or obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
round
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get round
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets round
ενεστώτα μετοχή
getting round
απλός αόριστος
got round
παθητική μετοχή
got round
Παραδείγματα
We need to get round the issue of limited funding to complete the project.
Πρέπει να περιλάβουμε το ζήτημα της περιορισμένης χρηματοδότησης για να ολοκληρώσουμε το έργο.
02
πείθω, καταφέρνω να πείσω
to persuade a person to agree or do something one wants, often through friendliness, charm, or doing kind things for them
Παραδείγματα
She managed to get round her parents to let her attend the concert.
Κατάφερε να πείσει τους γονείς της να την αφήσουν να πάει στη συναυλία.
03
διαδίδω, κυκλοφορώ
to spread or circulate information, especially through informal or unofficial channels, often by word of mouth
Παραδείγματα
News of the upcoming event quickly got round the neighborhood.
Τα νέα για την επερχόμενη εκδήλωση διαδόθηκαν γρήγορα στη γειτονιά.



























