Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring along
[phrase form: bring]
01
παίρνω μαζί, φέρνω μαζί
to take someone or something to a place
Transitive: to bring along sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
along
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring along
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings along
ενεστώτα μετοχή
bringing along
απλός αόριστος
brought along
παθητική μετοχή
brought along
Παραδείγματα
Do n't forget to bring your passport along for the trip.
Μην ξεχάσετε να φέρετε το διαβατήριό σας για το ταξίδι.



























