Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bang into
[phrase form: bang]
01
συγκρούομαι με, χτυπώ κατά λάθος
to hit something accidentally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang into
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs into
ενεστώτα μετοχή
banging into
απλός αόριστος
banged into
παθητική μετοχή
banged into
Παραδείγματα
The hiker banged into a rock while looking at the scenery.
Ο πεζοπόρος χτύπησε ένα βράχο ενώ κοιτούσε το τοπίο.



























