Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unforthcoming
01
μη συνεργάσιμος, διστακτικός
unwilling to reveal information or offer assistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unforthcoming
συγκριτικός βαθμός
more unforthcoming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite repeated requests, the company remained unforthcoming about the details of the merger.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες αιτήσεις, η εταιρεία παρέμεινε απρόθυμη να αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με τις λεπτομέρειες της συγχώνευσης.
Λεξικό Δέντρο
unforthcoming
forthcoming



























