unforthcoming
un
ʌn
αν
forth
fɔrθ
φορθ
co
κα
ming
mɪng
μινγκ
/ʌnfˈɔːθkʌmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unforthcoming"στα αγγλικά

unforthcoming
01

μη συνεργάσιμος, διστακτικός

unwilling to reveal information or offer assistance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unforthcoming
συγκριτικός βαθμός
more unforthcoming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite repeated requests, the company remained unforthcoming about the details of the merger.
Παρά τις επαναλαμβανόμενες αιτήσεις, η εταιρεία παρέμεινε απρόθυμη να αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με τις λεπτομέρειες της συγχώνευσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store