Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
polarized
01
πολωμένος
divided into groups that strongly disagree
Παραδείγματα
The polarized reactions to the new law showed how contentious the issue had become.
Οι πολωμένες αντιδράσεις στο νέο νόμο έδειξαν πόσο αμφιλεγόμενο είχε γίνει το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
polarized
polarize
polar



























