polarized
po
ˈpəʊ
pew
la
rized
ˌraɪzd
raizd
polarised

Ορισμός και σημασία του "polarized"στα αγγλικά

01

πολωμένος

divided into groups that strongly disagree 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most polarized
συγκριτικός βαθμός
more polarized
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The election results highlighted a polarized nation, with stark differences in voter preferences. 

Τα αποτελέσματα των εκλογών τόνισαν μια πολωμένη χώρα, με εντυπωσιακές διαφορές στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store