blinkered
blin
ˈblɪn
blin
kered
kəd
kēd

Ορισμός και σημασία του "blinkered"στα αγγλικά

01

στενόμυαλος, περιορισμένος

not willing or able to broaden one's limited understanding or point of view 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinkered
συγκριτικός βαθμός
more blinkered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His blinkered approach to the problem prevented him from seeing any alternative solutions. 

Η στενόμυαλη προσέγγισή του στο πρόβλημα τον εμπόδισε να δει οποιεσδήποτε εναλλακτικές λύσεις.

Λεξικό Δέντρο

blinkered
blinker
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store