Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blinkered
01
στενόμυαλος, περιορισμένος
not willing or able to broaden one's limited understanding or point of view
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinkered
συγκριτικός βαθμός
more blinkered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His blinkered approach to the problem prevented him from seeing any alternative solutions.
Η στενόμυαλη προσέγγισή του στο πρόβλημα τον εμπόδισε να δει οποιεσδήποτε εναλλακτικές λύσεις.



























