blinkered
Pronunciation
/blˈɪŋkɚd/

Ορισμός και σημασία του "blinkered"στα αγγλικά

01

στενόμυαλος, περιορισμένος

not willing or able to broaden one's limited understanding or point of view
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blinkered
συγκριτικός βαθμός
more blinkered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She refused to listen to other opinions, maintaining her blinkered beliefs about the issue.
Αρνήθηκε να ακούσει άλλες απόψεις, διατηρώντας τις στενές της πεποιθήσεις για το θέμα.

Λεξικό Δέντρο

blinkered
blinker
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store