Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to note down
01
καταγράφω, σημειώνω
to write something down so that it will not be forgotten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
note
ενεστώτας
note down
γ΄ ενικό πρόσωπο
notes down
ενεστώτα μετοχή
noting down
απλός αόριστος
noted down
παθητική μετοχή
noted down
Παραδείγματα
She will note down the details of the experiment during the lab session.
Θα καταγράψει τις λεπτομέρειες του πειράματος κατά τη διάρκεια της εργαστηριακής συνεδρίας.



























