Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep at
01
συνεχίζω, επιμένω
to continue working on a task, project, or goal without giving up
Transitive: to keep at a task or goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep at
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps at
ενεστώτα μετοχή
keeping at
απλός αόριστος
kept at
παθητική μετοχή
kept at
Παραδείγματα
She faced many obstacles but decided to keep at her dream of becoming a successful writer.
Αντιμετώπισε πολλά εμπόδια αλλά αποφάσισε να επιμείνει στο όνειρό της να γίνει μια επιτυχημένη συγγραφέας.
02
ενθαρρύνω να συνεχίσει, κρατώ στην εργασία
to encourage or force someone to continue working on a task, project, or goal
Ditransitive: to keep at sb a task or project
Παραδείγματα
The coach kept the team at their training sessions to improve their skills.
Ο προπονητής κράτησε την ομάδα στα προπονητικά τους ραντεβού για να βελτιώσει τις δεξιότητές τους.



























