Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to join in
[phrase form: join]
01
συμμετέχω, ενώνω σε
to take part in an activity or event that others are already engaged in
Intransitive
Transitive: to join in an activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
join
ενεστώτας
join in
γ΄ ενικό πρόσωπο
joins in
ενεστώτα μετοχή
joining in
απλός αόριστος
joined in
παθητική μετοχή
joined in
Παραδείγματα
She enjoys watching sports, but she rarely joins in playing them.
Απολαμβάνει να βλέπει αθλήματα, αλλά σπάνια συμμετέχει στην παιχνίδια τους.



























