to join in
join
ʤɔɪn
joyn
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "join in"στα αγγλικά

to join in
01

συμμετέχω, ενώνω σε

to take part in an activity or event that others are already engaged in 
Intransitive
Transitive: to join in an activity or event
to join in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
join
ενεστώτας
join in
γ΄ ενικό πρόσωπο
joins in
ενεστώτα μετοχή
joining in
απλός αόριστος
joined in
παθητική μετοχή
joined in
Παραδείγματα
Despite attending the meeting, he rarely joins in the debates. 

Παρόλο που παραβρίσκεται στη συνάντηση, σπάνια συμμετέχει στις συζητήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store