Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit at
01
χτυπώ, κτυπώ
to strike or touch something or someone with force or intention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit at
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits at
ενεστώτα μετοχή
hitting at
απλός αόριστος
hit at
παθητική μετοχή
hit at
Παραδείγματα
She hit at the tennis ball but missed.
Χτύπησε την μπάλα του τένις αλλά αστόχησε.



























