Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit at
[phrase form: hit]
01
χτυπώ, κτυπώ
to strike or touch something or someone with force or intention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit at
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits at
ενεστώτα μετοχή
hitting at
απλός αόριστος
hit at
παθητική μετοχή
hit at
Παραδείγματα
The child hit at the pinata until it broke open.
Το παιδί χτύπησε την πινιάτα μέχρι να σπάσει.



























