Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to head for
[phrase form: head]
01
κατευθύνομαι προς, πηγαίνω προς
to move in the direction of a specific place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
head
ενεστώτας
head for
γ΄ ενικό πρόσωπο
heads for
ενεστώτα μετοχή
heading for
απλός αόριστος
headed for
παθητική μετοχή
headed for
Παραδείγματα
The train is heading for the next station in ten minutes.
Το τρένο κατευθύνεται προς τον επόμενο σταθμό σε δέκα λεπτά.



























