Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grow out of
01
ξεπεράσω, ξεγεννώ
to naturally lose interest or stop doing something, especially a habit or behavior, as one matures or gets older
Transitive: to grow out of an interest or habit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out of
βασικό ρήμα
grow
ενεστώτας
grow out of
γ΄ ενικό πρόσωπο
grows out of
ενεστώτα μετοχή
growing out of
απλός αόριστος
grew out of
παθητική μετοχή
grown out of
Παραδείγματα
Most teenagers go through a phase of rebellion, but they eventually grow out of it.
Οι περισσότεροι έφηβοι περνούν μια φάση ανταρσίας, αλλά τελικά ξεπεράζουν αυτή τη φάση.
02
μεγαλώνω και δεν χωράω, βγαίνω από
(of children) to become too big to fit into one's old clothes or belongings
Transitive: to grow out of clothes or belongings
Παραδείγματα
She had to buy new shoes for her son because he grew out of his old ones.
Έπρεπε να αγοράσει καινούρια παπούτσια για τον γιο της γιατί είχε μεγαλώσει από τα παλιά.
03
προέρχομαι από, αναπτύσσομαι από
to develop or originate from a particular source or idea
Transitive: to grow out of a situation
Παραδείγματα
The innovative app idea grew out of a conversation between two friends.
Η καινοτόμα ιδέα της εφαρμογής προέκυψε από μια συζήτηση μεταξύ δύο φίλων.



























