bock
Pronunciation
/ˈbɑk/

Ορισμός και σημασία του "bock"στα αγγλικά

01

μποκ, δυνατή και βύνης μπύρα

a strong, malty beer that is typically lagered for an extended period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bocks
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store