Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bock
01
μποκ, δυνατή και βύνης μπύρα
a strong, malty beer that is typically lagered for an extended period of time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bocks



























