Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consist in
[phrase form: consist]
01
συνίσταται σε, έγκειται σε
to have something as the only or most important element or feature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
consist
ενεστώτας
consist in
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists in
ενεστώτα μετοχή
consisting in
απλός αόριστος
consisted in
παθητική μετοχή
consisted in
Παραδείγματα
The charm of the story consisted in its simple yet profound message.
Η γοητεία της ιστορίας συνίστατο στο απλό αλλά βαθύ μήνυμά της.



























