to consist in
con
kən
kēn
sist
ˈsɪst
sist
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "consist in"στα αγγλικά

to consist in
01

συνίσταται σε, έγκειται σε

to have something as the only or most important element or feature 
to consist in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
consist
ενεστώτας
consist in
γ΄ ενικό πρόσωπο
consists in
ενεστώτα μετοχή
consisting in
απλός αόριστος
consisted in
παθητική μετοχή
consisted in
Παραδείγματα
The success of the project consisted in effective collaboration among team members. 

Η επιτυχία του έργου συνίστατο στην αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store