Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to consist in
[phrase form: consist]
01
συνίσταται σε, έγκειται σε
to have something as the only or most important element or feature
Παραδείγματα
The charm of the story consisted in its simple yet profound message.
Η γοητεία της ιστορίας συνίστατο στο απλό αλλά βαθύ μήνυμά της.



























